Κοιμήσου

Βγαινει αργα το βραδυ. Οταν ολα σωπαίνουν και όταν όλοι χάνονται. Βγαίνει δειλά, αργά, απότομα. Δεν ξέρω ακριβώς να σου εξηγήσω τον τρόπο. Κοιτάζει τους πάντες με καχυποψία, θυμάται τα άσχημα, τα χειρότερα που έχει συναντήσει. Απορεί μερικές φορές για το πώς έχουν φτάσει ως εδώ τα πράγματα, όμως αγέρωχος προχωρεί και τα καταστρέφει όλα. Γιατί ναι, έχει μια φιλοσοφία που λέει ότι «όσα χτίζω, ακόμη τόσα μπορώ να γκρεμίσω». Εγώ και μόνο εγώ. Κανένας άλλος. Και πάνω σε αυτή την καταστροφή, την έκρηξη, προσπαθείς να το κοιμίσεις, να το ξεγελάσεις μήπως και καταφέρεις να σώσεις έστω και κάτι. Μάταια όμως, σε παρασύρει με την επιμονή του, με το πείσμα του. Το θαυμάζεις μερικές φορές γιατί λέει όσα εσύ δεν μπορείς ούτε καν να ψιθυρίσεις. Σου λέει την αλήθεια, κατάματα, χωρίς πλάγιους δρόμους. Σου υπενθυμίζει ποιος είσαι και τι θέλεις. Σου ξεχωρίζει το καλό με το κακό ή ακόμα καλύτερα τη λογική με το συναίσθημα. «Μη φοβάσαι» σου λέει με δυνατή φωνή, «σε όλους κάποτε θα βγει και θα καταλάβεις». Αργά ή γρήγορα όλα θα γίνουν όχι όπως πρέπει να γίνουν, όπως εσύ άφησες τα πράγματα να γίνουν. «Μη με φοβάσαι» συνεχίζει, «να φοβάσαι τη σιωπή». Η σιωπή αγάπη μου είναι η πιο επικίνδυνη απόσταση, να το θυμάσαι.

Προς το παρόν κοιμήσου τέρας μου, ίσως αύριο να σε ξυπνήσω πάλι, ίσως και όχι.

IMG_3214

Καλό ξημέρωμα,

Μαριλένα Χ.

Advertisements

Τικ-Τακ

«Το ρολοι η χειροτερη εφευρεση του ανθρώπου. Υπάρχει για να σου θυμίζει τον χρόνο που τρέχει, κυλάει σαν την βροχή στα ακροδάχτυλα. Μικρό παιδί προσπαθούσες να πιάσεις την σταγόνα μα πάντα κύλαγε, αφήνοντας πίσω μικρές δροσοσταλίδες να σου θυμίζουν το πέρασμα της. Στέγνωναν, ξεχνιόντουσαν και συ εκεί να περιμένεις την επόμενη για να δεις το ουράνιο τόξο.

Οι ώρες τρέχουν και συ μαζί τους.

Από την ημέρα που γεννήθηκες το ρολόι είναι αναπόσπαστο μέρος σου, κάτι σαν την καρδιά σου λες και αν σταματήσει, πότε θα πεθάνεις;

Τι παράξενο, τρέχεις να προλάβεις γιατί αν σταματήσει θα πεθάνεις και έτσι ξεχνάς να ζήσεις, σχήμα οξύμωρο.

Όλοι προσπαθούμε να αναλώσουμε τον χρόνο μας για να κάνουμε την ζωή μας πιο εύκολη, με αποτέλεσμα να μη τη ζούμε.

Ενα ρολόι, ένας λεπτοδείκτης, που καθορίζει τα πάντα…

Πότε θα τα κάνουμε, πόσο θα διαρκέσουν, χωρίς να μπαίνουμε στην διαδικασία να τα ζούμε, να τα βιώνουμε, να τα χαιρόμαστε. Ρομπότ, αυτό ναι, σωστά, αυτό είμαστε, ρομπότ, που απλά κινούνται για να επιβιώνουν μέσα στον αδηφάγο χρόνο που σου κατατρώει την ψυχή…

Το ξέρεις, το φωνάζεις κι όμως πάλι κουρδίζεις το ξυπνητήρι το πρωί και προχωράς παρακάτω.

Ρολόι, όλα καλοκουρδισμένα και συ εκεί, να προσπαθείς να προλάβεις…

ΤΙ… Άλλες φορές ξέρεις, άλλες πάλι όχι.Τον κοινό σκοπό, τον καθημερινό στόχο με την ζωή.

Τον προλαβαίνεις άραγε; Ναι η επίτευξη έρχεται, ναι, αλλά ποιο το όφελος; Ποιο;

Δεν τον έχεις ζήσει, αυτό το στόχο, όχι, απλά τον πραγματοποίησες, έφτασες στο τέρμα, αλλά το ταξίδι για το τέρμα δεν το είδες, απλά το προσπέρασες.

Έτσι περνάει και η ζωή σαν ρολόι…

Τα τόξα της σου καρφώνουν το πρόσωπο γεμίζοντας το ρυτίδες. Κάθε ρυτίδα και μια χρονιά γεμάτη εμπειρίες, μια χρονιά πιο σοφός, πιο ώριμος, πιο προσγειωμένος.

Άραγε θα προλάβεις το ρολόι ποτέ; Θα χρησιμοποιήσεις αυτή την σοφία σε κάτι για σένα;

Παίρνοντας την σταθερή απάντηση, την ίδια που έδωσες κάποτε και συ.

ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΖΗΣΩ ΕΓΩ ΤΙΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΜΟΥ, ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ,

ΑΣΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΡΟΛΟΙ ΝΑ ΤΟ ΚΥΝΗΓΗΣΩ ΕΓΩ…

και τότε θα αναλογιστείς. Τελικά κυνηγάς τον χρόνο, κυνηγάς το ρολόι, που τελικά σε κυνηγάει.

Σε πιάνει αλλά δεν το βλέπεις, παρά μόνο όταν απέναντι του βάλεις τον καθρέφτη.

Ναι αυτόν, δες τον! Μέσα από αυτόν είναι η μόνη στιγμή που θα δεις τον χρόνο να γυρίζει πίσω.

Είναι η μόνη στιγμή που θα μπορέσεις να πεις, «ναι μπορώ να γυρίσω το χρόνο»…

Κάντο αλλά μη κοιτάξεις εσένα, γιατί θα δεις την αλήθεια και αυτή είναι πικρή.

Το χρόνο δεν τον γυρνάς, το ρολόι δεν το σπας, η ώρα τρέχει…

Πάψε να την κυνηγάς δεν κερδίζεις τίποτα!

Γίνε φίλος με τον χρόνο, αγάπησε το ρολόι, αλλά μη το αφήσεις να σε διαφεντέψει άλλο.

Έχεις χρόνο, δεν τελειώνει ποτέ. Ατελείωτος είναι, παίξε μαζί του, μη τον αφήνεις να παίζει, αδικείς τον εαυτό σου, δεν υπάρχει χρόνος γι αυτό άλλο.

Η ζωή αρκετά θα σε αδικήσει, μη το κάνεις και συ για σένα.

Βρες το χρόνο, μη το κυνηγάς, είναι δίπλα σου, απλά δώστου αξία.

Ένα λεπτό είναι αρκετό για να δεις το απλό.

Ποιο είναι αυτό;

Μα δεν θα στο πω εγώ, δες γύρω σου, τα λουλούδια δεν έχουν ρολόγια κι όμως ζουν, ο ήλιος δεν ξέρει να μετράει και όμως είναι ακριβής, το φεγγάρι κοιμάται και ξυπνάει στην ώρα του.

Άρα και συ μπορείς να πεις, ο χρόνος τελειώνει, αρχίζει, παγώνει, σταματάει εδώ, σε αυτό το απλό χάδι του αέρα στο πρόσωπο σου, ίσα –  ίσα για να σε κάνει να αναπνεύσεις…

Μια ανάσα ο χρόνος όλος, μια ανάσα, ένα λεπτό ένα ρολόι και πάλι απ την αρχή…»

IMG_2354

Δεν ξέρω τι θα βγει

«Δεν ξερω τι θα βγει αγαπη μου» σου ψιθυρίζω. Και εσύ με κοιτάς, όπως πάντα απορημένος. Βλέπεις, πολλές φορές προτιμάς τη σιγουριά και όχι τα «δεν ξέρω». Μπορείς όμως να είσαι σίγουρος για κάτι; Ούτε για τον ίδιο σου τον εαυτό πολλές φορές. Ξέρω να σου πω με σιγουριά αυτά που νιώθω, αυτά που με λόγια δύσκολα μπορούν να ειπωθούν. Ξέρω με σιγουριά πώς είναι όταν σε περιμένω, όταν μου χαμογελάς, όταν με σκέφτεσαι. Ξέρω με σιγουριά πώς είναι να κλαις, πώς είναι να χάνεις στην αγάπη, στη ζωή όλη. Ξέρω με σιγουριά ότι όλα θέλουν τον χρόνο τους, οι άνθρωποι χάνονται και φεύγουν. Ξέρω με σιγουριά τι σημαίνει θάνατος, τι σημαίνει προδοσία, αγάπη, ζήλεια, μίσος, τρέλα, κλάμα. Ξέρω με σιγουριά το πώς νιώθεις όταν σε κοιτάω, όταν προσπαθείς να διαπεράσεις τις σκέψεις σου όλες μέσα στα μάτια μου. Ξέρω επίσης, ότι πολλές φορές δεν έχουν νόημα οι λεπτομέρειες, όμως κάποιες άλλες φορές είναι αυτές που καθορίζουν το πώς θα πράξεις, πώς θα σκεφτείς. Ξέρω με σιγουριά πώς είναι να περπατάς στο σκοτάδι μη ξέροντας τι να κάνεις. Ξέρω πώς είναι να χάνεις την πίστη σου στα λόγια, στα βλέμματα, στις υπάρξεις. Ξέρω πώς είναι να μην περνά η ώρα όταν πονάς, να έχει φως και εσύ να προτιμάς να το καλύπτεις με σκιές, με τις σκέψεις σου. Ξέρω πώς είναι να μετανιώνεις, να συγχωρείς, να ελπίζεις. Ξέρω τι σημαίνει αγνή αγάπη, ξέρω τι σημαίνουν οι «αναμνήσεις», ξέρω τι σημαίνει η φράση «μάτια που δεν βλέπονται εύκολα ξεχνιούνται». Ξέρω τι σημαίνει να χάνεις, να κερδίζεις, να παλεύεις, να πονάς, να λησμονείς, να ξεχνάς, να κυριεύεσαι. Ξέρω ότι και εσύ ξέρεις. Συγνώμη που δεν ξέρω πότε και τι είναι το τέλος. Βλέπεις, το τέλος ο κάθε άνθρωπος το ορίζει όπως ξέρει. Ξέρω όμως ότι κανένας δεν ξεχνά. Είναι όλα εκεί, γραμμένα στη μνήμη του νου. Δεν ξέρω τι θα νιώθω αύριο, δεν ξέρω αν θα είμαι εδώ να σου πω τι ξέρω, δεν ξέρω τι κρύβεις μέσα σου, δεν ξέρω αν η ζωή είναι ωραία ή όχι, δεν ξέρω τι θα βγει. «Δεν ξέρω τι θα βγει αγάπη μου μετά τη βροχή. Δεν σου υπόσχομαι ουράνιο τόξο, σου υπόσχομαι τον ήλιο».

«Δεν ξέρω τι θα βγει αγάπη μου».
«Δεν ξέρω, όμως ελπίζω».

IMG_0704.PNGΚαλή αντάμωση, φωτεινέ μου ήλιε.
Μαριλένα Χ.

Σε θελω

Η ζωη ειναι ωραια φτανει να το πιστέψεις. Φτάνει να το θέλεις. Μερικές φορές δεν είναι ανάγκη να κολλάς στις λεπτομέρειες. Κάποτε είναι σημαντικές, δεν λέω, κάποτε όμως σε εμποδίζουν από το να χαρείς αυτό που έχεις, την πραγματικότητα. Μην αναλώνεσαι συνεχώς και μην κλείνεσαι. Όλα προέρχονται από το μυαλό, πίστεψέ με. Αρκεί μια σκέψη για να αλλάξεις αυτό που νιώθεις. «Σε θέλω» αυτό να πεις στον εαυτό σου. Ναι, στον εαυτό σου. Κάποτε τον έχασες, κάποτε τον πρόδωσες, τον ξεπούλησες, τον απομάκρυνες, τον αρνήθηκες. Σε θέλω να μου κρατάς το χέρι όταν όλα είναι μάταια, σε θέλω να με παρηγορείς όταν φαίνονται όλα αδιέξοδα, σε θέλω να μου υπενθυμίζεις ότι η ζωή είναι στιγμές και ότι όλα χάνονται και τελειώνουν, θέλουμε δεν θέλουμε. Σε θέλω εδώ στις καινούριες γνωριμίες, στις αγάπες, στις πίκρες, στις απογοητεύσεις, στα βραβεία, στις ήττες. Σε όλα. Οι σκέψεις δεν τελειώνουν όταν σβήνει το τσιγάρο. Είναι εκεί και περιμένουν. Σε θέλω εδώ να μου τις υπενθυμίζεις και να μην τις αποφεύγω λέγοντας «κοιμήσου να μην σκέφτεσαι». Σε θέλω να με κρατάς, να με συμβουλεύεις, να με δικαιώνεις, να με υψώνεις. Σε θέλω εδώ, όταν όλοι θα φεύγουν, εσύ εκεί αγέρωχος να μου υπενθυμίζεις ότι δεν χρειάζομαι κάποιον για να επιβιώσω, να συνεχίσω. Σε θέλω εδώ να γελάς μαζί μου για τον τρόπο που χόρεψα το αγαπημένο μου τραγούδι, για τις τρέλες, τα καμώματα. Σε θέλω εδώ μαζί μου. Με ό,τι άλλο και αν σημαίνει αυτό.

Το ξέρω τώρα πια καλά. Ωρίμασες, μεγάλωσες, έμαθες, παρατήρησες, «σκάρταρες» ανθρώπους για να είμαι εγώ εδώ τώρα και εσύ δίπλα μου, όπως πάντα, φτάνει και μόνο να σου πω «Σε θέλω».

Σε θέλω εδώ παλιέ καλέ μου εαυτέ.

Εσύ, αλήθεια, τι περιμένεις;

Καλή αντάμωση,
Μαριλένα Χ.img_9787

ανακαινιση ζωης

Τον εβλεπε απο μακρια να συμπεριφέρεται επιπόλαια, λες και θα ζούσε και δεύτερη ζωή. Περνούσαν οι μέρες και παρατηρούσε ότι δεν έδινε νόημα στη ζωή του. Καθημερινά έκανε αυτά που έπρεπε, αυτά που ήταν προγραμματισμένος να κάνει. Δουλειά, γνωστοί, οικογένεια, φίλοι. Τον τσάκωνε πολλές φορές να παρατηρά άλλους ανθρώπους καθώς περπατούσε, καθώς οδηγούσε, καθώς χάζευε. Όχι, δεν ζήλευε, απλά παρατηρούσε τους ανθρώπους. Του άρεσε να παρατηρά τη συμπεριφορά τους, τις συνήθειές τους. Ήξερε τόσο καλά να «μελετάει» τους ανθρώπους, αλλά δεν μπορούσε να κατανοήσει τον ίδιο. Ήθελε πάντα κάτι περισσότερο. Ήθελε πάντα κάτι περισσότερο να προσφέρει, κάτι περισσότερο να «είναι». Αλλά δεν τα κατάφερνε ποτέ. Ίσως λίγο αλλά όχι στον βαθμό που ήθελε, που επιθυμούσε. Δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένος. Έλεγε συνεχώς «αύριο», «μετά». Και περνούσαν οι μέρες. Ανέλυε τα πάντα, έκανε σενάρια και «έτρωγε» τις ώρες του σκεπτόμενος το πώς θα εξελισσόταν η ζωή του εάν ακολουθούσε διαφορετικές αποφάσεις. Σκεπτόμενος, λοιπόν, τα «ΑΝ» έχανε ολοένα και πιο πολύ τη ζωή του. Απουσίαζε το νόημα από το σκούρο χρώμα με το οποίο άρχιζε να βάφει τη ζωή του. Ξεθώριασε όλο το ουράνιο τόξο από τα τόσα που έχει περάσει. Ψεύτικες φιλίες, ψεύτικες αγάπες, ενώ αυτός, ναι αυτός, τόσο μα τόσο αληθινός. Άρχισε να κοιτάει τον κόσμο με άλλο μάτι, από άλλη σκοπιά. Κατάντησε να είναι σαν όλους τους άλλους, αφού η «μοναδικότητα» του είχε αποχωρήσει σιγά σιγά. Δεν έδινε στο μέγιστο, δεν χαιρόταν φοβούμενος μην πληγωθεί ξανά, όπως τις προηγούμενες φορές και έτσι «συνηθισμένα» περνούσαν οι μέρες του. Όμως, μια μέρα, μια απλή και πάλι μέρα, έγινε κάτι που του «άνοιξε» τα μάτια. Καθώς περπατούσε να πάει δουλειά, είδε μια γιαγιά που τον έβλεπε και αυτός, από ευγένεια και καλοσύνη, την χαιρέτησε. Αυτή χαρούμενη και συνάμα πικραμένη, του απάντησε: «Να ‘σαι καλά και πάντα χαμογελαστός αγάπη μου. Μην χαλιέσαι για τίποτα, έχεις πολλά χρόνια μπροστά σου για αυτό ζήσε. Άσε με εμένα, λίγα χρόνια μου έμειναν, αλλά αυτό έχω μόνο να σου πω. Ζήσε. Μια μέρα ίσως καταλάβεις την αξία της ζωής. Στο τέλος». Και αυτός έκπληκτος συνέχισε το δρόμο του. Με ένα χαμόγελο και μια απογοήτευση ταυτόχρονα. Δεν έδωσε αρκετή σημασία εκείνη τη στιγμή αφού έπρεπε να φτάσει έγκαιρα στη δουλειά. Το βράδυ, όμως, έκλεισε το κινητό του, έκλεισε τα φώτα και απορροφήθηκε στις σκέψεις του. Συνειδητοποίησε ότι η γιαγιά που βρέθηκε στο δρόμο του, του είπε αυτά που ο ίδιος ήθελε να ακούσει. «Θα καταλάβεις το νόημα της ζωής στο τέλος». Και αφού δεν ξέρεις πότε είναι το τέλος, πώς θα προλάβεις να κατανοήσεις; Πού θα ξέρεις; Πάσχιζε να καταλάβει. Αλλά ήξερε μέσα του ότι αυτό που εννοούσε είναι ότι: η ζωή πάντα θα σου προσφέρει και καλά και κακά πράγματα. Μην ξεγελιέσαι με το «μετά». Ξέρεις ότι κάποια στιγμή δεν θα υπάρξει μετά. Μπορεί να έχεις πολλά χρόνια μπροστά σου, αλλά δεν είναι αυτό που μετράει. Τι να τα κάνεις τα πολλά τα χρόνια εάν εσύ ίδιος δεν εξελίσσεσαι; Δεν δίνεις; Τι θα κάνεις τα «πολλά σίγουρα χρόνια;» Να τα σπαταλάς με τα πώς, τα πρέπει, τα γιατί; Κάθε μέρα θα σου παρουσιαστούν καινούρια δεδομένα, έστω και αν όλες οι μέρες είναι οι ίδιες φαινομενικά για σένα. Όλα έχουν τον λόγο τους. Όμως, πρέπει και εσύ να προχωράς. Τώρα που μπορείς, τώρα που επιθυμείς. Ίσως τελικά να πρέπει να ανακαινίσεις τη ζωή σου ξανά από την αρχή. Όλα είναι στο μυαλό. Μπορείς να γίνεις όποιος θέλεις. Μπορείς να συνεχίσεις αυτά τα μεγάλα φανταστικά όνειρα! Γιατί, ναι, μπορείς, μόνο εσύ. Μην αφήνεις τις μέρες να περνούν. Δώσε μια νότα, μια διαφορετική νότα. Μην σε απασχολούν οι άλλοι. Τι θα πουν, τι θα κάνουν, εάν σε συμπαθούν. Να θυμάσαι ότι ό,τι και να κάνεις, πάντα σε κάποιον δεν θα αρέσεις. Για αυτό μην αλλάζεις εσύ. Να αλλάζεις τους ανθρώπους που θέλεις να αποχωρήσουν από τη ζωή σου. Ναι, ανακαίνιση ζωής λοιπόν! Χαμογέλασε, πίστεψε, μπορείς!

Τον έβλεπε από μακριά να συμπεριφέρεται επιπόλαια. Αναρωτήθηκες ποιος είναι «αυτός»; Ο καθένας μας τον ξέρει. Κάποιοι καλά, κάποιοι άλλοι τώρα τον μαθαίνουν. Πού ξέρεις, ίσως κάποια μέρα να έχεις την τύχη και το θάρρος να έρθεις αντιμέτωπος μαζί του.

Καλή τύχη,
Μαριλένα Χ.

Για τον καθενα εισαι κατι διαφορετικο

Για τον καθενα εισαι κατι διαφορετικό. Για κάποιους είσαι κάτι μοναδικό, για κάποιους άλλους η εξαίρεση, κάποιοι λένε και κάνουν ότι δεν σε γνωρίζουν και άλλοι σε αγαπούν έτσι και όπως ακριβώς είσαι.

Βέβαια, θα περιμένεις να σου πω και να σου αναλύσω για αυτούς που κάνουν ότι δεν σε ξέρουν ή σε σχολιάζουν και αποτελείς τον πιο «κακό» άνθρωπο και παράδειγμα που έχουν γνωρίσει στη ζωή τους, όμως λόγω του ότι πρωταρχικό ρόλο στη ζωή μου κατέχουν οι δικοί μου ανθρώποι, θα ξεκινήσω με αυτούς.

Πολλές φορές λέμε ότι πρέπει να δείχνουμε στους αγαπημένους μας ανθρώπους πόσο τους νοιαζόμαστε, να τους το λέμε αλλά και να τους το δείχνουμε. Δυστυχώς όμως, ο χρόνος, η ρουτίνα, η έντονη καθημερινότητα μας ωθεί στο να ξεχνάμε αυτά τα μικρά αλλά σημαντικά πράγματα και απλά γινόμαστε ρομπότ χωρίς αισθήματα. Λέμε συνέχεια μετά μετά μετά. Λίγο στα γενέθλια, λίγο στη γιορτή, λίγο μετά από ένα ταξίδι, θα δώσουμε ένα φιλί και μια αγκαλιά. Όμως τις υπόλοιπες μέρες; Ξέρω, η αγάπη δεν θέλει συνεχώς επιβεβαίωση. Και εξάλλου, τα πολλά φιλιά και οι αγκαλιές δεν αποτελούν πάντα ένδειξη αγάπης, αληθινής αγάπης. Θα σου πω όμως τι γίνεται. Ποιους αποκαλώ «δικούς» μου ανθρώπους. Αυτοί, λοιπόν, που μπορεί να κάνεις μήνες να τους δεις όμως όταν συναντηθείτε ξανά είναι λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα. Ναι, μπορεί να το έχεις ακούσει πολλές φορές αυτό και να σου φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό, αλλά πίστεψέ με δεν είναι πάντα έτσι. Σκέψου απλά πόσες φορές εάν περάσει ο καιρός και δεν ειδωθούμε με κάποιον, όταν τελικά συναντηθούμε καταλήγουμε να είμαστε δύο αμήχανα άτομα που δεν έχουν τι να πουν; Αυτή είναι η διαφορά λοιπόν. Λατρεύω και θεωρώ δικούς μου ανθρώπους αυτούς που πίσω μου θα πουν μόνο καλά λόγια και επίσης, οι ίδιοι θα χαρούν με ένα και μόνο μήνυμά μου. Αγαπώ επίσης αυτούς που όσες φορές και να τους πω τα προβλήματά μου θα με ακούνε προσεκτικά λες και πρώτη φορά τους τα αναφέρω. Με απλά λόγια, στις μέρες μας γνωστοί πολλοί, φίλοι λίγοι. Πόσο μάλλον αληθινοί. Δεν έχει σημασία πόσους έχεις, φτάνει να έχεις τους «σωστούς», τους αληθινούς! Επομένως, για αυτούς είσαι κάτι μοναδικό, είσαι και αποτελείς και για τους ίδιους ο δικός τους αληθινός άνθρωπος. Γιατί είναι αμοιβαία τα αισθήματα.

Τώρα, ας προχωρήσουμε με τους άλλους, τους μη «δικούς» σου ανθρώπους ας πούμε. Ναι, κάποτε μπορεί να βρίσκονταν στην παραπάνω κατηγορία αλλά για πολλούς και διάφορους λόγους δεν ανήκουν. Σε αυτούς, λοιπόν, τους ανθρώπους θα ήθελα να πω ότι η κακία δεν μας βοηθάει σαν ανθρώπους να προχωρήσουμε. Με το πέρασμα των χρόνων, συνειδητοποίησα ότι είναι ανώφελο το να μισείς κάποιον και να απαρνιέσαι όσα περάσατε. Είναι λες και αρνείσαι τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί, κάποτε, μοιραζόσουν τον εαυτό σου μαζί του. Κόντρες, τσακωμοί, λες και αυτά θα μείνουν στη ζωή. Για αυτούς και κάποιους, λοιπόν, αποτελείς και συγκαταλέγεσαι στην κατηγορία που έχουν φτιάξει με τους πιο «κακούς» ανθρώπους. Δεν πειράζει όμως γιατί όλοι έμμεσα κατηγοριοποιούμε ανθρώπους και κρίνουμε χωρίς να ξέρουμε. Λες και είμαστε οι καλύτεροι άνθρωποι και θα δείξουμε τον άλλον γιατί έχει κάνει αυτή την επιλογή ή την άλλη. Λες και αυτός που κρίνει είναι ο καλύτερος άνθρωπος. Κανείς δεν είναι αλάνθαστος, όλοι κάνουμε τα λάθη μας. Και μπράβο σου γιατί χωρίς αυτά δεν θα έφτανες μέχρι εδώ. Όταν περάσει ο καιρός, ίσως και να καταλάβεις τι εννοώ. Όταν ηρεμήσεις και διαπιστώσεις ότι όλοι είμαστε εδώ και όλοι θα φύγουμε από εδώ.

Για αυτό, μην κρατάς κακία, αλλά απόσταση. Έχει διαφορά, να το θυμάσαι.

 

Καλό ξημέρωμα.

Μαριλένα Χ.

image

Enter a caption

ΑΠΛΑ ΑΦΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΝΑ ΠΑΕΙ ΧΑΜΕΝΗ

Ναι, καλα ακουςες. Αφηςε τη στιγμή να πάει χαμένη. Ξύπνα χωρίς σκοπό, χωρίς αιτία και αφορμή. Μην χαμογελάσεις σε κανέναν, αλλά κυρίως στη μορφή που θα αντικρίσεις στον καθρέφτη. Ναι, σε σένα. Πήγαινε δουλειά και μην μιλάς, απλά κάντο για να περάσει. Περίμενε να «φύγει» και αυτή η μέρα για να έρθει η επόμενη. Μην προσφέρεις αγάπη αλλά και μην την δέχεσαι. Πήγαινε σπίτι και μην σκέφτεσαι τίποτα. Πήγαινε στο τέλος για ύπνο, περιμένοντας την αυριανή μέρα που ένα περίπου θα είναι όπως τη σημερινή. Τι; Ξαφνιάζεσαι; Λες από μέσα σου «Μα τι λέει; Ποιος δίνει τέτοιες συμβουλές;». Διάβασέ το ξανά όμως. Μήπως αυτό έκανες σήμερα κι εσύ; Είτε λόγω μιας απογοήτευσης, είτε για άλλους, πολλούς και διάφορους λόγους που μόνο εσύ ξέρεις; Το να το κάνεις το θεωρείς κάπως λογικό αλλά το να το διαβάζεις σε ξαφνιάζει; Απλά σκέψου στο τέλος της ημέρας τι έκανες σήμερα, πώς πέρασες και αν είσαι πραγματικά χαρούμενος με σένα, με το ποιος είσαι. Γιατί η δυσκολία σε αυτή τη ζωή δεν είναι το πώς περνάς με άλλους, αλλά το πώς περνάς με τον εαυτό σου, ποιος είσαι. Δεν λέω, είμαστε όλοι καλοί στα λόγια, μια μέρα θα τύχει να μην κάνουμε τίποτα, να μην ασχοληθούμε. Καλά τα λόγια του τύπου «Μια ζωή την έχουμε, ζήσε, αγάπα» αλλά ποιος τα εφαρμόζει; Κανείς. Για αυτό και καταντάμε να ζούμε αυτό που ζούμε. Όμως θα έρθει αυτή η νύχτα που θα αναλογιστούμε όσα είπαμε, όσα κάναμε και τότε ξαφνικά θα πάρουμε την απόφαση ότι όσα κι αν περάσαμε, όσο και να μας πλήγωσαν, προχωράμε! Βελτιωνόμαστε, εξελισσόμαστε, θέλοντας και μη. Αρκεί μόνο να βάλουμε και εμείς το «λιθαράκι» μας. Αρκεί ένα χαμόγελο την ημέρα, μια καλημέρα σε έναν άγνωστο, το να δώσεις αγάπη και μια αγκαλιά στον άνθρωπό σου, την οικογένειά σου και τους φίλους σου. Και ναι, το να είσαι τελείως μόνος, εσύ και ο εαυτός σου καθισμένος σε μια αιώρα και να απολαμβάνεις την πανσέληνο! Και αυτό είναι μια αρχή. Γιατί να θυμάσαι: η πιο καλή παρέα είναι ο εαυτός σου, η παρέα των άλλων να είναι μια από τις επιλογές σου και όχι ο σκοπός σου. Σκέψου και κάνε ένα μικρό βήμα κάθε μέρα. Τι περιμένεις; Θα αφήσεις ακόμη μία μέρα να περάσει απαρατήρητη και ανούσια;

Ζήσε φιλαράκι, πριν να είναι αργά.

Μαριλένα Χ.

Ακόμα να καταλάβεις; 

Παρουσία δική σου και δική μου. Απουσία δική σου και δική μου. Ακόμη να καταλάβεις; Το δικό μας το «εμείς» έχει υπόσταση μαζί με το «μαζί» μας.
Δεν του πάει του «εγώ» μου να ‘ναι χώρια απ’ το δικό σου. Σκοτεινιάζει μόνο του. Ζητάει παρουσία. Δική σου, δική μου, δεν ξέρω.
Στα «χώρια» μας, το πνίγουν οι σκέψεις. Τσιγάρο στρίβει, τσιγάρο ανάβει, τσιγάρο σβήνει. Και φτου κι απ’ την αρχή. Κάθεται όλες εκείνες τις αδρανείς νύχτες και παρακαλάει για κάποιον ήχο γνώριμο εκείνο το «εγώ». Παρακαλάει για ανάσα, για γέλιο, για φωνή. Για όλα αυτά που κάνουν μοναδικό κάποιον. Για όλα αυτά που σιγά-σιγά σχηματίζουν μια μορφή. Τη δική σου, τη δική μου, δεν ξέρω.
Εκείνες τις αδρανείς νύχτες περιμένει να πάει 3.00. Τα φαντάσματα περιμένει. Τέτοια ώρα δε λένε ότι βγαίνουν; Ναι τέτοια ώρα πρέπει να ‘ναι. Αλλά αντί για φαντάσματα, βγαίνουν σκέψεις. Σουλατσάρουν μες το σπίτι και φωνάζουν και γελάνε. Τρέχουν από ‘δω κι από ‘κει, τα κάνουν όλα άνω-κάτω και μετά έρχονται και κάθονται δίπλα του. Να του κάνουν παρέα μέχρι να ξημερώσει. Να καπνίσουν κι εκείνες λίγο απ’ το κενό του.
Σκέψεις παρούσες, γόπες παρούσες. Έτσι πάει. Κάθε σκέψη και μια τζούρα, κάθε ανάμνηση κι ένα φύσημα. Μόνο που δεν εξαφανίζονται όταν το τσιγάρο σβήσει. Μένουν εκεί, θρονιασμένες δεξιά σ’ εκείνο το «εγώ», να θυμίζουν όλο και περισσότερο κάτι από ‘σένα, κάτι από ‘μενα, κάτι κι απ’ τους δυο μας, δεν ξέρω.
Απάλευτες, γαμημένες σκέψεις. «Να κοιμηθώ να μην σκέφτομαι», έτσι λέει κάθε βράδυ.Όμως να που το ξημέρωμα το βρίσκει στην ίδια θέση πάλι. «Να κοιμηθώ να μη θυμάμαι». Όμως να που τελικά θέλει να θυμάται. Θέλει να θυμάται γέλια κι ανάσες και φωνές. Τις δικές σου, τις δικές μου, δεν ξέρω.
Στα παρακάλια έχει μείνει. Έχει πέσει στα γόνατα κι εκλιπαρεί για παρουσία. Για γνώριμη παρουσία. Να ανοίξει την πόρτα και να του γεμίσει τη ζωή. Να τη γεμίσει έτσι κενή που είναι. Να τη γεμίσει έτσι κενή που την έχει καταντήσει. Να την μπαλώσει λίγο που μπάζει αέρα και να τη ζωντανέψει πάλι. Για παρουσία παρακαλάει, δεν το βλέπεις; Για τη δική σου, τη δική μου, δεν ξέρω.
Κάπως θα γίνει η αρχή. Θα τις διώξει τις σκέψεις, θα φύγουν. Θα πάρει τη ζωή του και θα τη σύρει έξω. Θα της δείξει τον ήλιο. Θα καταλάβει ότι τόσο καιρό ζούσε με δείγματα. Δείγματα παρουσίας, δείγματα φωτός. Θα δει, εκείνο το «εγώ», ότι το σκοτάδι δεν αρκεί. Οι νύχτες δεν αρκούν. Οι σκέψεις δεν αρκούν.
Ούτε τα όνειρα αρκούν. Ειδικά τα «παραλίγο». Εκείνα είναι που καταλήγουν εφιάλτες. Γίνονται παρουσία κι εκεί που πας να συνηθίσεις τη μορφή τους, ανοίγουν την πόρτα και γίνονται απουσία. Απουσία αναντικατάστατη. Απουσία γνώριμη. Απουσία δική σου, δική μου, δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τι είναι δικό σου και τι δικό μου πια. Δεν μπορώ να καταλάβω. Είχα συνηθίσει βλέπεις στο μαζί και το χώρια δε μου πάει. Δε μου ταιριάζει να σκέφτομαι χωρίς εσένα. Ούτε να γελάω, ούτε να φωνάζω. Δε μου ταιριάζει η παρουσία η δική μου μόνη της. Ούτε η ανάσα μου θυμίζει «εγώ». Το «εγώ» το δικό μου είχε γίνει «εμείς». Και το δικό μας το «εμείς» χωρίς εσένα δεν κολλάει.
Παρουσία δική σου και δική μου. Απουσία δική σου και δική μου.
Ακόμη να καταλάβεις;
Το δικό σου «λείπω» βγάζει στο δικό μου «πουθενά». Ακόμη κι αυτό το «πουθενά» μαζί σου το ‘χα φανταστεί. Και τα σκοτάδια μου ακόμη, με ‘σένα θα τα μοιραζόμουν.
Ήταν άδικο αυτό που έκανες. «Ζήσε» μου είπες και περίμενες να σ’ ακούσω. Πώς να ζήσω όμως, μάτια μου, όταν το πρώτο μας «μαζί» και το τελευταίο μου «εγώ» στα έδωσα πριν κλείσεις την πόρτα;

Νυστάζεις ή πονάς;

Δεν θα σου μιλήσω για κάτι που δεν ξέρεις. Δεν θα σου γράψω για κάτι που δεν έχεις βιώσει. Όσο ευτυχισμένος, όσο χαρούμενος και να είσαι, σίγουρα αυτή τη στιγμή θα σκεφτείς αυτόν που παλεύεις να ξεχάσεις. Αυτά τα βράδια, αυτά τα βράδια που έρχεσαι σπίτι και μένεις παρέα με τον εαυτό σου. Σβήνουν τα φώτα, φεύγουν όλοι από δίπλα σου. Προσπαθείς να μην σκεφτείς και πιέζεσαι να κοιμηθείς. Η ανάμνηση, όμως, της αγάπης, του ανθρώπου αυτού είναι τόσο ισχυρή. Ξέρεις, αυτό που λένε «οι μεγαλύτεροι έρωτες κοιμούνται σε ξεχωριστά κρεβάτια», ισχύει. Τι γίνεται όμως όταν αυτοί, οι ίδιοι μεγάλοι έρωτες ήρθαν τόσο κοντά και πήραν μια γεύση; Πώς μετά μπορούν να κοιμηθούν σε ξεχωριστά κρεβάτια; Τι γίνεται όταν αφέθηκες στη μαγεία του έρωτα; Τι γίνεται όταν χάθηκες στο όνειρο που είχες φτιάξει; Πού πήγαν όλα αυτά; Οι ατέλειωτες συζητήσεις, τα βλέμματα που μιλούσαν από μόνα τους, οι βόλτες στην παραλία, τα φιλιά, οι αγκαλιές; Χάθηκαν. Αυτό θα μου πεις. Γιατί κι εσύ τα έχασες. Θα μου πεις, επίσης, ότι όλα προχωρούν και θα τα καταφέρουμε. Έτσι έμαθες, έτσι σου είπαν. Έτσι είναι, δεν αντιλέγω. Ξημερώνει, όντως, μια καινούρια μέρα. Έχασες, κέρδισες, δεν έχει σημασία. Είσαι εσύ πλέον και ο εαυτός σου. Άνθρωποι πάνε κι έρχονται στη ζωή σου. Τώρα θα το μάθεις; Να είσαι σίγουρος, δεν πέρασες απλά από τη ζωή αυτού που αγάπησες. Σου λείπει και του λείπεις. Πού το ξέρω; Το νιώθω. Κι εσύ το νιώθεις. Μερικά πράγματα δεν χρειάζεται να ειπωθούν, απλά τα ξέρεις. Τα νιώθεις, τα διαισθάνεσαι. Δεν θα σου πω ότι όλα αυτά που πέρασες ήταν λάθος. Όχι, τα έδωσες, τα είπες από την καρδιά σου. Ό,τι βγαίνει από την καρδιά σου να μην το μετανιώνεις. Ποτέ. Ήσουν εσύ και ήσουν ο εαυτός σου. Κάποιος, κάποτε μου είπε ότι όλα είναι παιχνίδι του μυαλού. Εγώ του είπα: «Κι η αγάπη; Κι αυτή είναι παιχνίδι του μυαλού;» Εκεί, τα βλέμματα πάγωσαν και απάντηση δεν πήρα. Μου είπε επίσης, να θυμάμαι ένα πράγμα: «Μην δίνεσαι και μην δένεσαι». Θα το κρατήσω. Ίσως τελικά να έχει δίκαιο. Μερικές φορές πρέπει να κρατάμε κάτι και για τον εαυτό μας. Το ξέρω, όμως, δεν θα το εφαρμόσω. Γιατί έτσι είμαι. Δένομαι και δίνομαι. Όπως εσύ. Έχουμε όλοι «φάει» τα μούτρα μας για την αγάπη. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο, αλλά έμαθες να αγαπάς, να μοιράζεσαι! Αγάπησες και η αγάπη σε ξεφεύγει. Γιατί κλείνεις τα μάτια; Νυστάζεις ή πονάς;

Μ.Χ

IMG_8704

Εσύ και μόνο εσύ!

Άνθρωποι πάνε και έρχονται. Μένουν για λίγο ή πολύ στη ζωή σου. Κάποτε σκέφτεσαι τα «πάντα» και τα «ποτέ». Και τότε, αντιλαμβάνεσαι ότι τίποτα δεν διαρκεί. Ή ίσως έτσι θέλεις να πεις για να δικαιολογήσεις τον αποχαιρετισμό κάποιου. Θα σου πω εγώ τι γίνεται. Συχνά ξεγελιόμαστε. Γνωρίζουμε έναν άνθρωπο και νομίζουμε ότι δεν κάνουμε μακριά του. Ο καιρός περνάει, οι στιγμές γίνονται πιο κοινές, αναμνήσεις γεννιούνται μέσα από τις τρέλες, τις εμπειρίες, τις λύπες και τις χαρές. Και τότε, σιγά-σιγά όταν αλλάζεις και ξεκαθαρίζεις πιο πολύ τα θέλω σου, τότε αυτός ο άνθρωπος απομακρύνεται και σου λέει ότι άλλαξες. Καθημερινά, πιστεύω, ότι αλλάζουμε γιατί σκεφτόμαστε, λειτουργούμε ανάλογα και πράττουμε. Ο εαυτός μας έχει το κάθε δικαίωμα να αλλάξει και να γίνει όπως θέλει. Ο λόγος που μπορεί να γίνει αυτό; Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του εγωισμό και συμφέρον. Όσο καλός και να είσαι, πάντα θα έρχεται η στιγμή που θα θέλεις κάτι για σένα. Λίγο χώρο, λίγο χρόνο, αποστάσεις. Έτσι είναι. Αν αυτό το συμβάν σε κάνει στα μάτια του άλλου να είσαι «κακός» τότε δεν είναι δικό σου πρόβλημα, αλλά δικό του. Στη ζωή δεν λειτουργούμε με συμβόλαια. Δεν υπάρχουν όροι και απαγορεύσεις. Δεν θα σου πει κανένας πώς να είσαι και πώς να συμπεριφέρεσαι. Δεν μπορεί κανείς να σε κρίνει, εκτός και αν ο ίδιος είναι τέλειος. Δεν υπάρχουν τέλειοι άνθρωποι, τέλειες στιγμές. Ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά αυτές τις έννοιες και λειτουργά ανάλογα. Το πιο εύκολο είναι να ανοίγουμε το στόμα μας και να λέμε ό,τι σκεφτόμαστε και να ορίζουμε για όλους το σωστό και το λάθος, το τέλειο και το άσχημο, το ταιριαστό και το μη. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί όμως. Ο καθένας έχει τα δικά του πιστεύω, τα δικά του θέλω, τις δικές του ανάγκες. Το τι κάνει ο άλλος, αναπόφευκτα θα σχολιαστεί. Όμως, από εκεί και πέρα μην μπλέκεσαι. Όποιος και να είσαι. Εσύ δεν ξέρεις τι θα έκανες. Εσύ έχεις άλλες αμαρτίες.

Για μένα, δεν υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος. Υπάρχει ο τρόπος ο δικός μου. Ο τρόπος που εγώ ξέρω να είμαι καλά. Ο τρόπος που έμαθα και που θα συνεχίζω να έχω. Ο καθένας ας ζήσει όπως θέλει, όπως ονειρεύεται. Τα «καλώς όρισες» και τα «αντίο» πάντα θα υπάρχουν. Μερικές φορές εξαρτώνται και από σένα. Εσύ επιλέγεις ποιοι θα είναι μαζί σου και ποιοι όχι. Μην το ξεχνάς.

Μ.Χ